Βασίλειος Τσουκαλάς

Χημικός ( δρ ) – τεχνικός σύμβουλος

 

Μείωση  κίνδυνου καρδιακών παθήσεων με αντικατάσταση  κορεσμένων λιπαρών από πιο υγιεινές  πηγές ενέργειας.

 

Λέξεις κλειδιά :  κορεσμένα λίπη , λιπαρά οξέα  (C12:0 – C18:0),    μονο -/ πολυακόρεστα λιπη αντικαταστάτες,  μείωση κινδύνου στεφανιαίας νόσου

Περίληψη :

Πρόσφατη από κοινού μελέτη Harvard­-Unilever επιβεβαιώνει τη σχέση  μεταξύ κορεσμένου λίπους , καρδιακών παθήσεων και υπογραμμίζει τη σημασία   επαναπροσδιορισμού του διατροφικού προφίλ μας. Στο πλαίσο αυτό μπορεί να ενθαρύνεται η αναδιάρθωση –βελτίωση  συνταγών επεξεργασμενων τροφίμων ( πχ. crackers, chips, προϊόντα αρτοποϊίας , αλλαντοποιϊας )  όλα  ευρείας κατανάλωσης και προτιμήσης των καταναλωτών  , για τα οποία τα ζωικά  ή και φυτικά  κορεσμένα λίπη  αποτελούν αρνητικό στοιχείο απο διαθρεπτική άποψη.

 

 

 

 

Θα ήταν κοινότοπο  να  θεωρήσει κάποιος ότι καινοτομεί  λέγοντας ότι  ο περιορισμός στην πρόσληψη  κορεσμένων λιπών λειτουργεί προστατευτικά έναντι των καρδιακών παθήσεων.

Ωστόσο , πρόσφατη   μεγάλη έρευνα (1)   έδειξε  ότι αντικαθιστώντας μόνο το 1% της ημερήσιας πρόσληψης θερμίδων από κορεσμένα λιπαρά με άλλες πηγές ενέργειας - όπως έλαια με μεγάλο βαθμό ακορεστότητας ( ελαιόλαδο ) ή και κραμβέλαιο (canola oil ) ,   υδατάνθρακες απο δημητριακά ολικής άλεσης ή πολυακόρεστα λίπη ή/και πρωτεϊνες φυτικής προέλευσης  – μακροπρόθεσμα είναι δυνατό να μειώνουν  τον  κίνδυνο   καρδιακής νόσου   από 6 έως 8%  και προτείνεται εναλλακτικά η  υποκατάσταση  κορεσμένων λιπαρών με  πιο υγιεινές  πηγές ενέργειας.  

Είναι γνωστό,   ότι  κορεσμένα λιπαρά οξέα “μακράς αλύσου “ ( C 12 – C16 ) συμβάλλουν στην αύξηση του επιπέδου χοληστερόλης  (LDL) στο αίμα, ενώ δεν συμβαίνει με λιπαρά με μικρότερο ή μεγαλύτερο αριθμό ατόμων ( C4:0 - C10:0) ή το C18:0 ( στεατικό οξύ) ( Tom Sanders – Kings College ).

Η εν λόγω  έρευνα , πηγαίνει, όμως,  μακρύτερα από τις μέχρι τώρα  μελέτες, εντοπίζοντας σχέσεις μεταξύ συγκεκριμένων κορεσμένων  λιπαρών  οξέων -όπως το στεατικό οξύ σε σχέση με τα λιπαρά οξέα “μακράς αλύσου” ( C4:0 - C10:0)

Σύνδεσμος με τους συντάκτες:

(1 ) Ολόκληρη η μελέτη  (πηγή) : BMJ Published online, Number 555, doi: 10.1136/bmj.i5796 “Intake of individual saturated fatty acids and risk of coronary heart disease in US men and women: two prospective longitudinal cohort studies” Authors: Geng Zong, et al - British Medical Journal

Ωστόσο , άλλες μελέτες έχουν αμφισβητήσει αυτό το μήνυμα υγείας, με κάποιες  ισχυριζόμενες ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το κορεσμένο λίπος προκαλεί πρόβλημα. (? ? !! ) .

Το ιδιαίτερο στην εν λόγω μακρόχρονη έρευνα δεν είναι ότι μεγαλύτερη  πρόσληψη  κορεσμένων  λιπαρών  οξέων “μακράς αλύσου” ,συνδέεται  με αυξημένο κίνδυνο για καρδιακή νόσο. Περισσότερο , και με βάση τον σχεδιασμό  της μελέτης (βλ. πίνκα 1) προκύπτουν πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα ,

 

 

 

 

 

 

1. Κορεσμένα λιπαρά οξέα ορίστηκαν ως βασικοί  παράγοντες της έρευνας :

Λαυρικό οξύ (C:12)  - Μυριστικό όξύ (C:14) -Παλμιτικό οξύ (C:16) – Στεατικό οξύ (C:16)

 

 

2. Για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της  έρευνας έχουν ληφθεί υπόψη οι  ως  παράγοντες:

 

 

 

Σημαντικά ευρήματα  : 

Από τον πίνακα 3  προκλυπτει ότι : 

Σημαντικότατο συμπέρασμα 

Αντικατάσταση 1% σε προσλαμβανόμενη ενέργεια,   που αντιστοιχεί σε πρόσληψη ενέργειας απο διαφορετικές πηγές  ( πολυακόρεστα λιπαρά, φυτικές πρωτεϊνες – υδατάνθρακες δημητριακών )  , αντίστοιχη αυτής ( ενέργεια ) των κορεσμένων λιπαρών C12:0 έως  C18:0 , έδειξε  μείωση  εμφάνισης στεφανιαίας νόσου.

Σύνοψη   :

 

  • Χαμηλότερη πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών – μειωμένος κίνδυνος    για καρδιαγγειακές παθήσεις.

  • Η τελευταία αυτή έρευνα   να υποστηρίζει τις ισχύουσες   διεθνώς κατευθυντήριες γραμμές,  οι  οποίες πρέπει να παραμένουν ισχύουσες σ,ότι αφορά στην αντικατάσταση, εν γένει ,   κορεσμένων λιπών  με ακόρεστα λίπη,  ως μια αποτελεσματική προσέγγιση για την πρόληψη της στεφανιαίας νόσου ( άνδρες  μέχρι 30g  κορεσμένου λίπους/ημέρα ενώ  οι γυναίκες   20g αντίίστοιχα ).  

  • Μικρές αλλαγές όπως η αντικατάσταση  ζωικών  ή και φυτικών λιπών ( πχ. φοινικέλαιο )  με  ελαιόλαδο   κυρίως , στην κουζίνα  ή στην επεξεργασία τροφίμων , μπορούν  να αποτελέσουν  την εφαρμογή στη πράξη του σημαντικότατου αυτού αποτελέσματος της πρόσφατης έρευνας.

  •  Η   μελέτη Harvard­-Unilever επιβεβαιώνει τη σχέση  μεταξύ κορεσμένου λίπους , καρδιακών παθήσεων και υπογραμμίζει τη σημασία   επαναπροσδιορισμού του διατροφικού προφίλ και αναδιάρθωσης-βελτίωσης  συνταγών επεξεργασμενων τροφίμων ( πχ. crackers, chips, προϊόντα αρτοποϊίας , αλλαντοποιϊας , κατα τα άλλα προϊόντα  ευρείας κατανάλωσης και προτιμήσης των καταναλωτών ) , για τα οποία   ζωικά  ή και φυτικά  κορεσμένα λίπη αποτελούν αρνητικό στοιχείο απο διαθρεπτική άποψη.

  • Από τεχνολογική  άποψη είναι  γεγονός ότι κορεσμένα λίπη  είναι καταλληλότερα απο τα ακόρεστα , των οποίων οι φυσικοχημικές ιδιότητες ,όμως,  δεν συνάδουν με  επιδιωκόμενες ιδιότητες μεταποιημένων προϊόντων  ( υφή , σταθερότητα κλπ. ) , πέραν του ότι είναι επιρεπή στην οξείδωση ( τάγγιση ).

  • Στην προκειμένη περίπτωση , τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας , είναι  κατά τη γνώμη του συντάκτη του παρόντος σημειώματος,    ιδιαίτερα  σημαντικά.  

  • Ειδικότερα , η επιστημονική διαπίστωση ότι  η μείωση  των κορεσμένων λιπών ,  έστω, κατά   1%  στη διατροφή,   μπορεί μακροπρόθεσμα να συμβάλλει  στη μείωση  δεικτών που σχετίζονται με την υγεία του καταναλωτή , αποτελεί ένα ενθαρυντικό στοιχείο για προσπάθειες σχετικής  μείωσης σε προϊόντα διατροφής. Κάτι τέτοιο ενδέχεται να είναι και τεχνολογικά εφικτό. Τέτοιες προσπάθειες έχουν ευοδωθεί και στη χώρα μας και σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά.  

  • Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο η μείωση των κορεσμένων , σε όποιο ποσοστό, να συνοδεύεται κατ΄ανάγκη με ισχυρισμό υγείας. Η υποχρεωτική πλέον απο 13/12/16  δήλωση διαθρεπτικών στοιχείων ( Καν. ΕΚ 1169/2011 ), παρέχει πολύ καλή δυνατότητα ανάδειξης και προβολής σε περίπτωση   μείωσης  επισφαλών διαθρεπτικών παραγόντων.

  • Ιδιαίτερα η διαπίστωση σχετικά με  το στεατικό οξύ ( C18:0 ), αποτελεί ακόμη ένα ενθαρυντικό στοιχείο , καθώς η λύση δεν βρίσκεται  υποχρεωτικά στην αφαίρεση απο τη σύνθεση ενός προϊόντος , γενικά, κορεσμένου λίπους.  Εξειδικεύεται, και είναι    ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η δυνατότητα  μείωσης του παράγοντα στεατικό οξύ , προσφέρεται απο τη Φύση – το ελαιόλαδο !

  • Απο τον πίνακα 1 σαφώς προκύπτουν  σημαντικότατες  διαφορές υπέρ του ελαιολάδου ,  όχι μόνο μεταξύ  κορεσμένων και ακόρεστων λιπαρών οξέων και ειδικότερα στο στεατικό αλλά αναδεικνύεται και η υπεροχή   του ελαιολάδου έναντι άλλων λιπαρών – ανταγωνιστών

  • Τέλος , από τη ενδιαφέρουσα μελέτη  προκύπτει  σαφώς,   ότι δεν αρκεί η διατροφή να επικεντρώνεται  αποκλειστικά και μόνο στο  είδος του λίπους που καταναλώνουμε, αλλά να εξετάζεται το θέμα στα πλαίσια  της διατροφής  μας στο σύνολό της. Υπ΄αυτή την έννοια  , είναι σημαντικότατη  η επισήμανση   , ότι  πρωτεϊνες  φυτικής προέλευση, όπως όσπρια  ( φακές , φασόλια )  αλλά και υδατάνθρακες από  δημητριακά ολικής άλεσης (  βλέπε βρώμη - β-γλυκάνες ) , είναι σημαντικοί παράγοντες  για  ισοδύναμη θερμιδική υποκατάσταση. Τι άλλο , άραγε , θα είχε να πεί η εν λόγω έρευνα για να  επισημάνει την μεσογειακή διατροφή !