Σύντομη επισκόπηση / προσέγγιση του θέματος ( για ενδιαφερόμενους ειδικά )

Μετά την κρίση της  σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και πριν από την έγκριση του Κανονισμού  ΕΚ 1169/2011 , η υποχρεωτική δήλωση – επισήμανση της χώρας πρόελευσης ( COOL)  ίσχυε  για συγκεκριμένα τρόφιμα Ο κανονισμός ΕΚ 1169/2011 εισάγει ειδικές διατάξεις σε οριζόντια βάση όσον αφορά την αναγραφή της  χώρας προέλευσης στα τρόφιμα.

Στο άρθρο 26(6) του κανονισμού προβλέπεται  η  Επιτροπή να υποβάλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη δυνατότητα να επεκτείνεται  η υποχρεωτική επισήμανση της χώρας καταγωγής / τόπου προέλευσης   και για κρέας που χρησιμοποιείται ως συστατικό σε προσυσκευασμένα τρόφιμα.

Ειδικότερα:-το άρθρο 26(2)(b) του κανονισμού προβλέπειτην εν λόγω ένδειξηως υποχρεωτικήγια τα προσυσκευασμένα μη επεξεργασμένα κρέατα πουλερικών, χοίρων και αιγοπροβάτων( + μη μεταποιημένα προϊόντα απο βόειο  κρέας  (π.χ. κιμάς)  , εισαγόμενο προσυσκευασμένο κρέας πουλερικών, μέλι, φρούτα και λαχανικά, ψάρια και ελαιόλαδο),  ενώ  οι λεπτομέρειες  προβλέπεται να  καθορίζονται  με εκτελεστική πράξη της  Επιτροπής.

 

Ακόμη, το ίδιο άρθρο παρ. 3 προβλέπει ότι, σε περίπτωση που αναφέρεται η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης τροφίμου και δεν είναι ίδια με τη χώρα καταγωγής ή τον τόπο προέλευσης του πρωταρχικού συστατικού του:

α) αναφέρεται επίσης η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης του εν λόγω πρωταρχικού συστατικού· ή

 

β) αναφέρεται ότι η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προέλευσης τού πρωταρχικού συστατικού είναι διαφορετικός από αυτόν του τροφίμου. ( λεπτομέρειες  καθορίζονται  με εκτελεστική πράξη της  Επιτροπής).

 Σημ. : Επιτροπή / επιτροπή ( Άρθρο 48 , Καν. ΕΚ 1169/2011 )

Η Επιτροπή επικουρείται από τη Μόνιμη Επιτροπή για την Τροφική Αλυσίδα και την Υγεία των Ζώων που συστάθηκε με το άρθρο 58 παρ. 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονι­ σμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Εάν η εν λόγω επιτροπή δεν εκδώσει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγρα­ φος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

 

Η   εφοδιαστική αλυσίδα του Ελληνικού κλάδου  προϊόντων με βάση το κρέας, όπου το κρέας συμμετέχει  ως κύριο ή/και  δευτερεύον συστατικό ( σύντομη προσέγγιση )

 

Στην Ελλάδα η εφοδιαστική αλυσίδα  του κρέατος,  που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως συστατικό στη  παρασκευή  προϊόντων με βάση το κρέας  είναι  εξαιρετικά ετερογενής από άποψη  πηγών  προμήθειας όσο και ποικιλίας  ειδών παραγόμενων προϊόντων.

Η “γκάμα“ προϊόντων μπορεί να κυμαίνεται από σχετικά απλά  παρασκευάσματα κρέατος, π.χ. μαριναρισμένα νωπά κρέατα με μπαχαρικά έως  εξαιρετικά εξελιγμένα πολυ-συστατικά  προϊόντα κρέατος ή και  μόνο- προϊόντα πχ. χοιρινή  ωμοπλάτη κ.α.

Επιπλέον, η αλυσίδα εφοδιασμού του κρέατος που χρησιμοποιείται ως συστατικό είναι ιδιαίτερα  πολύπλοκη και χρονοβόρα και  περιλαμβάνει πολλές και δύσκολες φάσεις  στην παραγωγή αλλά και την εμπορία των τελικών προϊόντων.

  • O κλάδος  παραγωγής και επεξεργασίας  κρέατος  στη χώρα μας  αποτελείται στην πλειοψηφία του από επιχειρήσεις  μικρού  και μεσαίου μεγέθους.   με εξαίρεση μερικές  μεγάλες  μόνο  για τα ελληνικά δεδομένα και λειτουργούν εμπορικά ανεξάρτητα. 

Η επιχειρήσεις επεξεργασίας/ μεταποίησης  κρέατος    προμηθεύονται συνήθως πρώτες ύλες κυρίως από εμπόρους/εισαγωγείς  και σε ένα βαθμό από εγχώριους προμηθευτές ( cp’s ).

Υπάρχουν συχνές αλλαγές στο μείγμα των προμηθευτών  , οι οποίες εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες, που οδηγούν σε  αλλαγή προμηθευτή όπως :

  • η διαθεσιμότητα των κατάλληλων πρώτων υλών (μη επεξεργασμένα κρέατα και άλλα συστατικά  κρέατος,πχ. λίπος , τρίμματα – trimmings - δέρμα – εντόσθια – ΜΔΚ -μηχανικά διαχωρισμένο κρέας- κρέας πουλερικών κλπ ) και η  επάρκεια αυτών

 

  • Οι προδιαγραφές  ποιότητας που καθορίζονται από τις προδιαγραφές ποιότητας των τελικών προϊόντων

 

  • η ανάγκη ταχείας κάλυψης  τυχόν ελλείψεων σε α΄ύλη , διάφορες διαταραχές στην αγορά ή/και διακυμάνσεις τιμών και ειδικότερα η πίστωση  , που τα τελευταία χρόνια, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας και έλλειψης ρευστότητας έχει ίδιαίτερη σημασία.

 

Η επικρατούσα πρακτική  πολλαπλών προμηθευτών  α΄ύλης αφορά  στο κρέας   το χοιρινό κρέας απο την ΕΕ κυρίως , ενώ στις προμήθειες βόειου κρέατος και κρέατος πουλερικών προτιμώνται και τρίτες χώρες.

Η όλη διαδικασία προμήθειας  μέχρι και την μεταποίηση/ ενσωμάτωση  του κρέατος σε διάφορα προϊόντα  και την επακόλουθη πώληση στο λιανεμπόριο /μονάδες μαζικής ενδιαίτησης / κρεοπωλεία,  μπορεί να πεί κανείς,  ότι πρόκειται για μια “αλυσωτή αντίδραση”,  με όρους χημείας.

Λόγω της φύσης και της πολυπλοκότητας της διαδικασίας  είναι  ιδιαίτερα δύσκολη  αν όχι αδύνατη η ανίχνευση    “της διαδρομής “  του κρέατος, γι αυτό και συχνά παρατηρείται   πρόβλημα ταυτοποίησης της πρώτης ύλης ( κρέας ) ιδιαίτερα σε πολυ-συστατικά – προϊόντα.

Βελτιωμένη φαίνεται να είναι η κατάσταση σε κρέας που προορίζεται για προϊόντα απο ολόκληρα τεμάχια κρέατος ( μονο-συταικά προϊόντα – πχ. Χοιρομέρι ωρίμανσης ).

Στις περισσότερες περιπτώσεις η α΄ύλη είναι σε μορφή τεμαχίων , σε τρίμματα , ή και έτοιμα μίγματα για επεξεργασία. Αυτή η πρακτική σε συνδυασμό με την ανάμιξη των επι μέρους α΄υλών ( κρέας ) διαφορετικών προμηθευτών , καθιστά το πρόβλημα σχεδόν ανυπέρβλητο.

Συχνά   οι “μικροί”  αγοραστές δεν έχουν την  διαπραγματευτική ισχύ να ζητούν/απαιτούν  από  τους προμηθευτές πληροφορίες “προέλευσης”  , καθώς οι ποσότητες είναι συχνά σχετικά μικρές σε σύγκριση με άλλους μεγάλους  αγοραστές.

 

Ωστόσο, ακόμη κι αν αντιπαρέλθει κάποιος  τις προαναφερόμενες δυσκολίες , τα υπάρχοντα συστήματα ιχνηλασιμότητας στην ΕΕ δεν είναι βέβαιο ότι είναι επαρκή  για να παρέχουν   πληροφορίες “προέλευσης” σε όλο το φάσμα  της τροφικής αλυσίδας και ειδικότερα :

  • Η ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ σχετικά με την ιχνηλασιμότητα βασίζεται κυρίως στην ανάγκη να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των τροφίμων.

Το σύστημα   “ βλέπει ένα βήμα πίσω-ένα βήμα προς τα εμπρός”  κατά μήκος της εφοδιαστικής  αλυσίδας, δηλαδή  οι παρακευαστές προϊόντων κρέατος πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν τους πελάτες  στους οποίους έχουν πωλήσει προϊόντα   καθώς και να εντοπίζουν τον άμεσο προμηθευτή α’ ύλών που χρησιμοποιούν.

Εν τέλει αθροιστική ιχνηλασιμότητα για σκοπούς προσδιορισμού της προέλευσης του κρέατος, ως συστατικού,  δεν απαιτείται επί του παρόντος σε επίπεδο ΕΕ.

 

Ενδεχόμενη  εφαρμογή της δήλωσης  χώρας προέλευσης / τόπου καταγωγής του κρέατος ως συστατικού - Επιπτώσεις που αφορούν  στη  συμπεριφορά των καταναλωτών.

Το ενδιαφέρον των καταναλωτών για επισήμανση της χώρας προέλευσης / τόπου καταγωγής  για το κρέας ως συστατικό  φαίνεται να είναι αρκετά ισχυρό.

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών κρατών μελών ως προς τις προτιμήσεις των καταναλωτών και κατανόησης των πληροφοριών προέλευσης, καθώς και  των κινήτρων  για τέτοιου είδους πληροφορίες.

 

Γενικά , το ενδιαφέρον εστιάζεται στην τιμή , στα ποιοτικά και  οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, ενώ  το ενδιαφέρον δεν αντιστοιχίζεται με την  πρόθεση να πληρώσει παραπάνω γι αυτά.

 

 Οικονομικές επιπτώσεις

Οικονομικές επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις κρέατος , ανταγωνιστικότητα,  εμπόριο και επενδυτικές ροές, διοικητική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις , επιβάρυνση των δηµόσιων αρχών κα.   μπορούν να υπολογιστούν  υπο το πρίσμα διαφόρων σεναρίων που έχουν εκπονηθεί.

 

Ωστόσο , ακριβώς το γεγονός ότι υπάρχει εκτεταμένη ανάλυση “επιπτώσεων” επιτρέπει το ερώτημα :

“ Μήπως είναι σκόπιμο  ο κλάδος της ελληνικής βιομηχανίας / βιοτεχνίας επεξεργασίας / μεταποίησης  κρέατος να αναλύσει , να αποφανθεί και να τοποθετηθεί  επί του θέματος ; “